Σημαντική αύξηση καταγράφεται στη διενέργεια αρθροπλαστικών σε μεγάλες αρθρώσεις των κάτω άκρων. Δυστυχώς η τάση αυτή δεν προβλέπεται να ανακοπεί στις ανεπτυγμένες χώρες, αφού το ποσοστό των ηλικιωμένων, στους οποίους και πραγματοποιούνται οι περισσότερες αντικαταστάσεις, αυξάνεται. Με την πάροδο της ηλικίας οι αρθρώσεις αυτές, που φέρουν το βάρος του ανθρώπου, φθείρονται και η ανάγκη για αρθροπλαστικές γίνεται επιτακτική, προκειμένου να συνεχίσουν τη δραστήρια ζωή τους.
Δεν προβλέπεται να επιβραδυνθεί και λόγω της αύξησης του αριθμού των παχύσαρκων ανθρώπων. Τουλάχιστον 4 στους 10 ανθρώπους έχουν βάρος αρκετά μεγαλύτερο από το φυσιολογικό, κάτι που συμβάλλει στην εμφάνιση φθορών και οστεοαρθρίτιδας στα γόνατα και τα ισχία.
Όμως, η πάθηση μπορεί να ανατραπεί ή να καθυστερήσει με σωστή διατροφή (ελεγχόμενης θερμιδικής πρόσληψης για τους υπέρβαρους και παχύσαρκους) και με άσκηση. Η προσήλωση, βέβαια, σε τέτοιο πρόγραμμα υπερβαίνει πολλές φορές την αντοχή των ανθρώπων.
Τα πρώτα όπλα ενάντια στα συμπτώματα που προκαλεί η οστεοαρθρίτιδα είναι η φαρμακευτική αγωγή, οι φυσικοθεραπείες και η τροποποίηση δραστηριοτήτων. Όταν αυτά πάψουν να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, η ολική αρθροπλαστική δίνει την οριστική λύση, επιτρέποντας στους χειρουργημένους ασθενείς να συνεχίσουν να απολαμβάνουν μια ποιοτική ζωή.
Πρόκειται για μια επέμβαση με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά επιτυχίας, που οφείλονται εν μέρει στις χειρουργικές τεχνικές που έχουν αναπτυχθεί τις τελευταίες δεκαετίες, όπως η MinimallyInvasiveKnee – ΜΙΚ. Επειδή η επέμβαση με αυτήν την τεχνική απαιτεί μικρότερη τομή, συγκριτικά με την κλασική επέμβαση, και επειδή προστατεύει τους μυς οι πιθανότητες επιπλοκών μειώνονται και ο πόνος ελαχιστοποιείται. Ο ασθενής λαμβάνει γρηγορότερα εξιτήριο αναρρώνει και επιστρέφει στην κανονικότητά του ταχύτερα.
Παρά τη μεγάλη διάρκεια ζωής των εμφυτευμάτων, η οποία ξεπερνά τα 20-25 χρόνια, 1 στους 100 χειρουργημένους ασθενείς θα πρέπει να υποβληθούν σε δεύτερη επέμβαση, προκειμένου να αντικαταστήσουν τη χαλαρωμένη πρόθεση.
Όσο πιο νωρίς προκύψει η ανάγκη και πραγματοποιηθεί η πρώτη χειρουργική επέμβαση για αντικατάσταση της φυσικής άρθρωσης τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να χρειαστεί δεύτερη αρθροπλαστική (αναθεώρηση).
Το ίδιο ισχύει και για τους υπέρβαρους/παχύσαρκους ασθενείς, διότι το πλεονάζον βάρος αυξάνει τις πιθανότητες επιπλοκών που μπορούν να οδηγήσουν σε αναθεώρηση.
Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, 5 στους 10 ασθενείες που υποβάλλονται σε αρθροπλαστική ισχίου και 7 στους 10 σε αρθροπλαστική γόνατος είναι υπέρβαροι/παχύσαρκοι.
Παρότι μπορούν να χειρουργηθούν άτομα με επιπλέον του φυσιολογικού βάρος, είναι καλύτερο για την πορεία της επέμβασης να αδυνατήσουν πριν από την αρθροπλαστική.
Τα φάρμακα GLP-1 είναι μια νέα κατηγορία ενέσιμων φαρμάκων που χρησιμοποιούνται επιτυχώς για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Μελέτες έχουν αποδείξει ότι φάρμακα όπως η ορλιστάτη, η σιβουτραμίνη, οι αγωνιστές του υποδοχέα του γλυκαγόνου πεπτιδίου 1 (GLP-1 RA) και η ριμοναμπάντη. προστατεύουν από επιπλοκές τα άτομα που έχουν υποβληθεί σε αρθροπλαστική.
Για παράδειγμα, μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε 3.700 υπέρβαρους/ παχύσαρκους ασθενείς μέσης ηλικίας 64,7 ετών και μέσου Δείκτη Μάζας Σώματος 37,6 (όταν ξεκίνησε η μελέτη), με οστεοαρθρίτιδα (το 75%) διαπίστωσε ότι οι πιθανότητες να απαιτηθεί αναθεώρηση στην 5ετία ήταν 5,6% σε όσους δεν αδυνάτησαν έως και 1 χρόνο μετά από την αρχική αρθροπλαστική, 4,4% σε όσους είχαν μικρή ή μέτρια απώλεια βάρους και 3,7% σε όσους έχασαν πολλά κιλά. Συνεπώς, τα φάρμακα απώλειας βάρους προστατεύουν τις προθέσεις και μειώνουν τις πιθανότητες υποβολής σε δεύτερη επέμβαση.
Απαιτείται, ωστόσο, περισσότερη έρευνα για τους τυχόν κινδύνους που κρύβει η επιλογή απώλειας βάρους με τα συγκεκριμένα φάρμακα.
Το σημαντικό, βέβαια, δεν είναι ο τρόπος που θα αδυνατήσει ένας ασθενής, αλλά η επίτευξη αυτού του στόχου. Διότι οι πιθανότητες ενός ανθρώπου με φυσιολογικό βάρος να παρουσιάσει επιπλοκές και να χρειαστεί αναθεώρηση ισχίου ή γόνατος 5 ή 10 χρόνια μετά είναι σημαντικά λιγότερες συγκριτικά με ενός υπέρβαρου/παχύσαρκου ατόμου.